English to Modern Greek Wordlist

Note: This page is part of the author's set of pages on the Greek language.


The following is a simple word-list, translating English words to their closest corresponding Modern Greek ones. To find a word, use the "Find in page" option of your browser (from the Edit menu), or, in Windows, hit Ctrl-F. If you need to type in Greek and you don't know how, read this note at the end of this page. There is a corresponding (reverse) Greek to English word-list.

This list should not be interpreted as a "dictionary" in any way. It was constructed by the author, at the request of his friend Joseph A. L. Insana, for the latter's MediaGlyphs project. Entries appear as concepts, rather than as words, often grouped as two or three words in one entry, provided the words are all variations of the same basic concept. This is the reason why the Find option of your browser should be used to locate words, rather than simply scrolling and locating the word alphabetically.

Brief explanation of entries: All entries except nouns are marked for their grammatical category as follows: [v] for verbs, [aj] for adjectives, [av] for adverbs, [pr] for prepositions, [pn] for pronouns, [cj] for conjunctors. For Greek adjectives, the neuter form is provided in its entirety, while the endings of the feminine and masculine forms (in that order) are given in parentheses. These endings include not only the "proper" ending (as given in the Greek nouns page), but also one character before that, to show the connection of the ending to the root (the rest of the word). Some Greek verbs that have alternative contracted forms are given in their expanded form; the reason is that the former can be easily derived from the latter. Example: the verb απορροφάω (absorb) has a contracted form: απορροφώ, obtained by contracting the ending -άω to -ώ. Verbs that appear to be in contracted form (such as ομολογώ) do not have an expanded form.

Click on the speaker icon , where provided, to hear the pronunciation.
Click on the hand icon next to a noun or verb, to move to a page showing the word that the hand points to, which is declined or conjugated just like the noun or verb of the given entry.
Color coding for genders (nouns only):
Masculine Feminine Neuter
Note: The above two markings (hand icon and color coding) are applied to a few nouns (alphabetically in Greek) for testing purposes only; the plan is to extend them to the entire list if users find them useful.

For corrections, comments, or suggestions, please e-mail to the author.

a [det] ένα (μία, ένας)
abdomen κοιλία
ability, capacity ικανότητα
about [av] σχετικά, αναφορικά
above, over [av] πάνω
abrupt [aj] απότομο (-μη, -μος)
absent [aj] απόν (απούσα, απών)
absorb [v] απορροφάω (-ώ) κρατάω (§2.3)
accept [v] δέχομαι
accident δυστύχημα
account (of money) λογαριασμός
acidic [aj] όξινο (-νη, -νος)
across [av] απέναντι
act, deed πράξη
activity, bustle, ado δραστηριότητα
add, append [v] προσθέτω
additionally, in addition [av] επιπρόσθετα
address διεύθυνση
adhere [v] κολλάω
admire [v] θαυμάζω
admit, confess [v] παραδέχομαι, ομολογώ
adult ενήλικος
advertisement, commercial διαφήμιση
advice συμβουλή
after (later than) [av] μετά
afternoon απόγευμα, το πρόβλημα
again, re- [av] πάλι, ξανα-
age ηλικία
agency, bureau πρακτορείο
ago, before (in the past) [av] πριν, προ
agree [v] συμφωνώ
aim [v] στοχεύω
air αέρας, ο αέρας
airplane, aircraft, plane αεροπλάνο, το βιβλίο
alcohol αλκοόλ, το , οινόπνευμα, το πρόβλημα
alert [aj] άγρυπνο (-νη, -νος)
alive [aj] ζωντανό (-νή, -νός)
alkaline [aj] βασικό (-κή, -κός)
all [aj] όλο (όλη, όλος)
allocation, allotment, portion μερίδα
almost, nearly [av] σχεδόν
alphabet αλφάβητο, το άλογο
already [av] ήδη
also, too [av] επίσης, και
alternate, take turns [v] εναλλάσσω
always [av] πάντα
ambassador πρέσβυς
and [cj] και
angel άγγελος, ο άνθρωπος
anger θυμός
angle γωνία
angry [aj] θυμωμένο (-νη, -νος)
animal ζώο
announce, proclaim [v] ανακοινώνω ορίζω (§1.1.6.5)
answer, reply απάντηση, η τηλεόραση
ant μυρμήγκι
any (no particular one of) [aj] κάθε, όποιο (όποια, όποιος)
apart, separately [av] χωριστά
ape πίθηκος
apple μήλο
approve [v] εγκρίνω
apron ποδιά
arch αψίδα
area (in the geometric sense) εμβαδόν
arm (shoulder to hand) μπράτσο
army στρατός
around [av] γύρω
arrive [v] φτάνω
arrow βέλος
art τέχνη
article, essay άρθρο, το βιβλίο
article, determiner άρθρο, το βιβλίο
artificial [aj] τεχνητό (-τή, -τός)
ash στάχτη
ask, inquire [v] ρωτάω
association συσχετισμός
at (in the same location as) [pr] εις
at least [av] τουλάχιστον
at most, only, just, merely [av] το πολύ
athletics, sports
αθλητισμός, ο καιρόςσπορ, τα
atom άτομο
attack [v] επιτίθεμαι
attention προσοχή
attic, garret σοφίτα
attract [v] έλκω
authority αρχή
automatic [aj] αυτόματο (-τη, -τος)
automobile αυτοκίνητο
autumn, fall φθινόπωρο
auxiliary [aj] βοηθητικό (-κή, -κός)
avoid, evade (keep away from) [v] αποφεύγω φεύγω
awake [aj] ξυπνητό (-τή, -τός)
away [av] πέρα
axe τσεκούρι
baby, infant μωρό
back (of body) πλάτη
back [av] πίσω
backward, reverse [av] αντίστροφο (-φη, -φος)
bad [aj] κακό (-κή, -κός)
bag τσάντα
bake [v] ψήνω
balance, equilibrium ισορροπία
ball μπάλλα
balloon μπαλόνι
bamboo μπαμπού
banana μπανάνα
band, tape ταινία
bank (the financial institution) τράπεζα
bar, pub μπαρ, παμπ
bar, rod μπάρα
barb αγκίδα, η αγελάδα
barrel, cask βαρέλι
barrier, obstacle εμπόδιο
baseball μπέιζμπολ
basis βάση
basket καλάθι
basketball μπάσκετ
batch φουρνιά
bay όρμος
be [v] είμαι
beach ακρογιαλιά, η φορά
bean φασόλι
bear αρκούδα
beard γενειάδα
beat, batter [v] χτυπώ
beautiful [aj] όμορφο (-φη, -φος), ωραίο (-αία, -αίος)
because of, due to [cj] επειδή, γιατί, διότι
become [v] γίνομαι
bed κρεβάτι
bedroom υπνοδωμάτιο, κάμαρα
bee μέλισσα
beer μπίρα
before [av] πριν
begin, commence, start [v] αρχίζω
behavior, conduct συμπεριφορά
behind πίσω από
(from) behind, in the back of, to the rear of [av] από πίσω
believe [v] πιστεύω
bell (of church) καμπάνα
bell (of house, school, etc.) κουδούνι
belt ζώνη
bent [aj] λυγισμένο (-νη, -νος)
berry βατόμουρο
between, among, amidst [av] ανάμεσα, εν μέσω
beyond, farther than, exceeding [av] πέρα
bicycle ποδήλατο
big, large [aj] μεγάλο (-λη, -λος)
bill, invoice λογαριασμός
bird πουλί
birth γέννηση
bite [v] δαγκώνω
bitter [aj] πικρό (-ρή, ρός)
black [aj] μαύρο (-ρη, -ρος)
blade λεπίδα
blame [v] κατηγορώ
blanket κουβέρτα
blemish, spot λεκές
bless [v] ευλογώ
block (solid mass of material) αγκωνάρι, το σπίτι
blood αίμα, το θέμα
blow [v] φυσάω
blue [aj] μπλέ
board (piece of wood) σανίδα
boat βάρκα
body σώμα
boil [v] βράζω
bomb βόμβα
bone κόκκαλο
book βιβλίο
border, boundary σύνορο
boring, tedious [aj] βαρετό (-τή, -τός)
borrow [v] δανείζομαι
bottle μπουκάλι
bottom πάτος, κάτω μέρος
bounce, rebound [v] αναπηδάω (-ώ) κρατάω
boutique μπουτίκ
bow τόξο
bowl μπωλ
box κουτί
boy αγόρι, το σπίτι
brain μυαλό
brake φρένο
branch (of tree) κλαδί
brass μπρούντζος
bread ψωμί
break (into pieces) [v] σπάζω
breast μαστός, στήθος
breathe [v] αναπνέω §1.1.8
brick τούβλο
bridge γέφυρα
bright, shiny [aj] λαμπρός
bring [v] φέρνω, φέρω
broom σκούπα
brother αδελφός, αδερφός, ο καιρός
brown [aj] καφέ (-φετιά/-φέ, -φές/-φέ)
brush βούρτσα
bucket κουβάς
bud (of flower/leaf) μπουμπούκι
build [v] χτίζω
building, edifice κτίριο
bull ταύρος
bullet σφαίρα
bump, protrusion εξόγκωμα
bundle, bunch δέμα, σωρός
burn [v] καίω
burst [v] ξεχύνομαι
bus λεωφορείο
bush, shrub θάμνος
business, commerce εμπόριο
but [cj] αλλά
butter βούτυρο
butterfly πεταλούδα
buttock γλουτός
button κουμπί
buy, purchase [v] αγοράζω ορίζω (§1.1.1)
by means of, via, with [pr] μετά, διά
cabbage λάχανο
cage κλουβί
calculate, reckon [v] υπολογίζω
call, summon [v] καλώ
camp, bivouac κατασκήνωση
campaign εκστρατεία
can [aux] μπορώ
can, tin κονσέρβα
canal, channel κανάλι
candle κερί
cannon κανόνι
capture, seize [v] συλλαμβάνω, πιάνω
car αμάξι, το σπίτι
carbon άνθρακας, ο ελέφαντας
card κάρτα
care, concern ενδιαφέρον
carrot καρότο
carry [v] μεταφέρω
cart, carriage κάρρο, καρρότσι
cat γάτα
catch (stop the motion) [v] πιάνω
category κατηγορία
cause [v] προκαλώ
caution, prudence, carefulness προσοχή
cave σπηλιά
cease, stop, quit [v] σταματάω
ceiling ταβάνι
celebrate, rejoice [v] πανηγυρίζω
cellar, basement υπόγειο
center, centre κέντρο
century αιώνας, ο κανόνας
certain, sure [aj] βέβαιο (-αιη, -αιος)
chain αλυσίδα, η αγελάδα
chair (the furniture) καρέκλα
chalk κιμωλία
chamber θάλαμος
chance, opportunity ευκαιρία
change [v] αλλάζω ανοίγω (§1.2.2)
chapter (main division of book) κεφάλαιο
charitable [aj] φιλεύσπλαχνο (-νη, -νος)
chart, diagram διάγραμμα
cheap, inexpensive [aj] φτηνό (-νή, -νός)
check (money order) επιταγή
cheek μάγουλο
cheese τυρί
chemical χημική ουσία
chess σκάκι
chest (upper front of torso) στήθος
chicken κοτόπουλο
chief, leader αρχηγός
chief, main, primary, principal [aj] κύριο (-ια, -ιος)
child παιδί
child παιδί
chilly, frigid [aj] παγωμένο (-νη, -νος)
chimney καμινάδα
chin πηγούνι
chocolate σοκολάτα
choose, pick up, select, compile [v] διαλέγω, επιλέγω
chronicle χρονικό
chubby, plump [aj] παχουλό (-λή, -λός)
church εκκλησία
cigarette τσιγάρο
circle κύκλος
circuit κύκλωμα
city πόλη
civilization πολιτισμός
claim, assertion ισχυρισμός
classification ταξινόμηση
clay πηλός
clean [aj] καθαρό (-ρή, -ρός)
clear, plain [aj] σαφές (-φής, -φής)
cliff γκρεμός
climb [v] σκαρφαλώνω
clock, watch ρολόι
close [v] κλείνω
closed, shut [aj] κλειστό (-τή, -τός)
cloth πανί
cloud σύννεφο
club, cudgel ρόπαλο
club, society λέσχη
coal κάρβουνο
coat παλτό
cockroach, roach κατσαρίδα
code κώδικας
coffee καφές
coil πηνίο
coin νόμισμα
cold [aj] κρύο (κρύα, κρύος)
collar γιακάς
color χρώμα
colossal [aj] κολοσσιαίο (-αία, -αίος)
comb χτένα
come [v] έρχομαι
comfort άνεση, η τηλεόραση
comical [aj] κωμικό (-κή, -κός)
comma κόμμα
command, order, directive εντολή, διαταγή
committee επιτροπή
common [aj] κοινό (-νή, -νός)
communication επικοινωνία
community κοινότητα
company, firm εταιρεία, επιχείρηση
compare [v] συγκρίνω
compete, strive, vie [v] ανταγωνίζομαι σκέφτομαι (§3.2.1), αμιλλώμαι
complex [aj] πολύπλοκο (-κη, -κος)
compromise συμβιβασμός
computer υπολογιστής
concentrated, not distracted [aj] συγκεντρωμένο (-νη, -νος)
concentrated, with increased density [aj] συμπυκνωμένο (-νη, -νος)
concept νόημα
condition, state, status κατάσταση, στάτους
condition, term, provision όρος
cone κώνος
connection, joint, junction σύνδεσμος
conscious, aware [aj] συνειδητό (-τή, τός)
consequence συνέπεια
consider, take into account [v] θεωρώ
consist of, composed of, comprise [v] αποτελούμαι καλούμαι (§2.2.1)
consonant σύμφωνο
constant, stable [aj] σταθερό (-ρή, -ρός)
constitute [v] αποτελώ καλώ (§2.2.1)
constitution (charter of an organization) σύνταγμα
construct [v] κατασκευάζω
consume [v] καταναλώνω
contain [v] περιέχω
container δοχείο
context (in language, meaning) συμφραζόμενα
continue, keep on [v] συνεχίζω
contract συμβόλαιο
control [v] ελέγχω
cook [v] μαγειρεύω
cool [aj] ψυχρό (-ρή, -ρός)
cooperate, collaborate [v] συνεργάζομαι
copper χαλκός
copy (a duplicate) αντίγραφο, το άλογο
cord, cable καλώδιο
cork φελός
corn καλαμπόκι
corrosion διάβρωση
cosmos κόσμος
cotton βαμβάκι
count, enumerate [v] μετράω
county νομός
country χώρα
countryside, country εξοχή
coupon κουπόνι
courage, bravery θάρρος
court (of law) δικαστήριο
cover καπάκι
cow αγελάδα, η αγελάδα
crack, fissure σχισμή
crawl [v] έρπω
crayon μπογιά
create, make [v] δημιουργώ, φτιάχνω, κάνω
credit (permission to borrow money) πίστωση
crime έγκλημα
criticize, criticise [v] επικρίνω, κατακρίνω
cross σταυρός
crush [v] συνθλίβω
cry out, shout, yell [v] φωνάζω
cry, weep [v] κλαίω
crystal κρύσταλλος
cube κύβος
cucumber αγγούρι, το σπίτι
culture κουλτούρα
cup φλυτζάνι
curse κατάρα
curse, damn [v] καταριέμαι
curtain κουρτίνα
curve καμπύλη
cut [v] κόβω
cycle κύκλος
cylinder κύλινδρος
dance [v] χορεύω
danger κίνδυνος
dark, dim [aj] σκοτεινό (-νή, -νός)
date (coordinates of a day) ημερομηνία
date (tree/fruit) χουρμάς
daughter κόρη
dawn αυγή, χαράματα, ξημέρωμα
day (24-hour period) μερόνυχτο
day (daytime, while there is still light) ημέρα
dead [aj] νεκρό (-ρή, -ρός)
dear, precious, cherished [aj] προσφιλές (-λής, -λής)
debt, obligation [to pay] χρέος
decide [v] αποφασίζω ορίζω (§1.1.3)
decrease [v] ελαττώνω
deep [aj] βαθύ (-θιά, -θύς)
deer ελάφι
defend [v] αμύνομαι, υπεραμύνομαι αναφέρομαι
degree βαθμός
deity θεότητα
delay, retard, tarry [v] καθυστερώ
dense [aj] πυκνό (-νή, -νός)
density πυκνότητα
dent, indentation βαθούλωμα
deny [v] αρνούμαι
depend on [v] εξαρτώμαι
depth βάθος
describe [v] περιγράφω
desert έρημος
deserve, merit (be worthy of) [v] αξίζω ορίζω (§1.1.3)
destination προορισμός
destroy, damage [v] καταστρέφω
detail λεπτομέρεια
detect, spot [v] εντοπίζω
diagonal [aj] διαγώνιο (-ια, -ιος)
dial καντράν
dictator, tyrant δικτάτορας, τύραννος
dictionary λεξικό
die [v] πεθαίνω
different [aj] διαφορετικό (-κή, -κός)
difficult, hard [aj] δύσκολο (-λη, -λος)
difficulty, trouble δυσκολία, πρόβλημα
dig [v] σκάβω
digit, numeral ψηφίο
direct, immediate [aj] άμεσο (-ση, -σος), ευθύ (-θεία, -θύς)
direction διεύθυνση, κατεύθυνση
dirty [aj] βρώμικο (-κη, -κος)
disappointment απογοήτευση, η τηλεόραση
disaster, catastrophe καταστροφή
discuss, talk about [v] συζητάω
disease, illness ασθένεια
dish πιάτο
disk, disc δίσκος
dissolve [v] διαλύω
distance απόσταση, η τηλεόραση
distinguish, differentiate [v] ξεχωρίζω
divide [v] διαιρώ
do [v] κάνω
document έγγραφο
dog σκύλος
doll, effigy κούκλα
dome θόλος
donkey γάιδαρος
door πόρτα
doubt [v] αμφιβάλλω υποβάλλω (βάλλω)
down [av] κάτω
dragon δράκος
drain σιφώνι
dream όνειρο
drift, wander [v] περιπλανούμαι, περιπλανώμαι
drill τρυπάνι
drink [v] πίνω
drive, impel, propel [v] ωθώ
drop (of liquid) σταγόνα
drown [v] πνίγω
drum τύμπανο
dry [aj] ξερό (-ρή, -ρός)
dull, blunt [aj] αμβλύ (-λεία, -λύς)
durable, resilient, robust [aj] ανθεκτικό (-κή, -κός)
duration διάρκεια
during [av] κατά τη διάρκεια
dusk δειλινό, σούρουπο
dusk δειλινό, σούρουπο
dust σκόνη
ear αυτί
earlier than [av] προτού
early, premature [aj/av] πρώιμο (-μη, -μος)
earth (firm ground, not water or air) στεριά
earth (the planet) γη
earthquake σεισμός
east ανατολή, η ψυχή
easy [aj] εύκολο (-λη, -λος)
eat [v] τρώω
eclipse έκλειψη
edge άκρη, η αγάπη, ακμή, η ψυχή
egg αβγό, το νερό
eight [num] οκτώ
elastic [aj] ελαστικό (-κή, -κός)
elect [v] εκλέγω
electricity ηλεκτρισμός
element στοιχείο
elevator, lift ασσανσέρ, ανελκυστήρας
ellipse έλλειψη
embarrassment ντροπή
emit [v] εκπέμπω
emphasize, emphasise, accentuate, stress [v] υπογραμμίζω, δίνω έμφαση
empty [aj] άδειο (-εια, -ειος)
end, conclude, finish [v] τελειώνω
enemy εχθρός
energy ενέργεια
engine μηχανή
England Αγγλία, η ώρα
English (language) αγγλικά, τα νερά
English [aj] (product of English origin) αγγλικό (-κή, -κός)
Englishman, Englishwoman [aj] άγγλος, αγγλίδα
enough, sufficiently [av] αρκετά
enter, go into [v] μπαίνω, εισέρχομαι
enthusiasm ενθουσιασμός
envelope φάκελος
environment, surroundings περιβάλλον
equal [aj] ίσο (ίση, ίσος)
era, epoch εποχή
erase, delete [v] σβήνω
escape, flee from [v] ξεφεύγω
evaporate [v] εξατμίζομαι
evening βράδυ
eventually [av] τελικά
ever (at any time) [av] ποτέ
every, each [aj] κάθε
evidence ένδειξη
evil [aj] κακό (-κή, -κός)
exact, precise [aj] ακριβές (-βής, -βής)
examine, inspect [v] εξετάζω, επιθεωρώ
example, sample παράδειγμα
except for, besides, apart from, excluding [av] εκτός, εκτός από
exchange, trade, swap [v] ανταλλάσσω ανοίγω (§1.2.5)
exclamatory [aj] θαυμαστικό (-κή, -κός)
exclusively [av] αποκλειστικά
exercise, practice άσκηση, εξάσκηση
exhaust, use up [v] εξαντλώ
exhibit, display, show off [v] επιδεικνύω
exist [v] υπάρχω
expand, extend [v] διαστέλλομαι, επεκτείνω
expect, anticipate [v] προβλέπω, περιμένω
expensive, costly [aj] ακριβό (-βή, -βός)
experience [v] βιώνω
experiment πείραμα
explanation εξήγηση
explode [v] εκρήγνυμαι
eye μάτι
eyebrow φρύδι
eyelash βλέφαρο
fabric ύφασμα
face πρόσωπο
fact γεγονός
factory εργοστάσιο
fail, miss [v] αποτυγχάνω αποτυγχάνω, αστοχώ κρατώ (§2.3)
fairy νεράιδα
false, untrue [aj] ψεύτικο (-κη, -κος), λάθος
family οικογένεια
famous [aj] διάσημο (-μη, -μος)
fan (device to create air current) ανεμιστήρας, ο κανόνας
far [aj] μακρυνό (-νή, -νός)
far [av] μακρυά, μακριά
farm αγρόκτημα, το πρόβλημα
fat λίπος
fat [aj] παχύ (-χιά, -χύς)
father πατέρας
favor, prefer [v] προτιμώ, είμαι υπέρ
fear, be afraid of [v] φοβάμαι
feather φτερό
feel [v] αισθάνομαι αναφέρομαι
feminine [aj] θηλυκό (-κή/-κιά, -κός)
fence φράχτης
fertile [aj] γόνιμο (-μη, -μος)
fetus (foetus), embryo έμβρυο
fever πυρετός
few [aj] λίγα (-γες, -γοι)
fiction μυθιστόρημα
field (expanse of land) λιβάδι
fig σύκο
fight, combat, struggle [v] αγωνίζομαι σκέφτομαι (§3.2.1)
file (dossier; loose bundle of data) αρχείο, ντοσιέ
file (tool for abrading) ακόνι, το σπίτι
film (very thin layer) φύλλο, λεπτό στρώμα
find [v] βρίσκω
finger δάχτυλο
fire φωτιά
fireplace, hearth τζάκι
fish ψάρι
fist γροθιά
five [num] πέντε
flag, banner σημαία
flared [aj] διευρυμένο (-νη, -νος)
flat, planar [aj] επίπεδο (-δη, -δος)
flavor άρωμα
flaw, defect, imperfection ελάττωμα, ατέλεια
flax λινάρι
flexible [aj] ευλύγιστο (-τη, -τος)
float [v] επιπλέω
flood, deluge πλημμύρα
floor πάτωμα
flour αλεύρι, το σπίτι
flow [v] ρέω
flower λουλούδι
fly (the insect) μύγα
fly [v] πετάω
foam, froth αφρός
fog ομίχλη
fold [v] διπλώνω
food τροφή
foolish [aj] ανόητο (-τη, -τος)
foot πόδι
football (American) Αμερικάνικο φούτμπωλ
for [pr] για
force (the concept in physics) δύναμη
forehead μέτωπο
forest δάσος
forget [v] ξεχνάω
forgive, pardon [v] συγχωρώ
fork πηρούνι
form, shape σχήμα
forward, ahead [av] προς τα μπρος
foundation θεμέλιο
four [num] τέσσερα
fox αλεπού, η αλεπού
fragile, delicate [aj] εύθραυστο (-τη, -τος)
frame σκελετός, κορνίζα
free [aj] ελεύθερο (-ρη, -ρος)
freeze [v] παγώνω
frequency, rate συχνότητα
frequently, often [av] συχνά
friend φίλη, φίλος
frog βάτραχος
from, out of, away from [pr] από
front εμπρός
frugal, thrifty [aj] οικονόμος
fruit φρούτο
fuel καύσιμο
full, filled [aj] γεμάτο (-τη, -τος), πλήρες (-ρης, -ρης)
funny [aj] αστείο (-τεία, -τείος)
furniture έπιπλο
furrow, rut, groove αυλάκι
future (not past or present) μέλλον
future (tense) μέλλοντας
game παιχνίδι
game, match ματς
garbage, trash, rubbish σκουπίδι
garden κήπος
garlic σκόρδο
garment ρούχο
gas (not liquid or solid) αέριο, το άλογο
gaseous [aj] αέριο (-ρια, -ριος), αεριώδες (-δης, -δης)
gather, collect [v] μαζεύω, συλλέγω
gear (toothed wheel) γρανάζι
gender γένος
gene γονίδιο
general [aj] γενικό (-κή, -κός)
generous [aj] γενναιόδωρο (-ρη, -ρος)
gentle, mild [aj] απαλό (-λή, -λός)
gesture [v] χειρονομώ
get, acquire, gain, obtain [v] αποκτάω (-ώ) κρατάω (§2.3)
ghost φάντασμα
gigantic [aj] γιγαντιαίο (-αία, -αίος)
ginger πιπερόρριζα
girl κορίτσι
give [v] δίνω
glass γυαλί
glasses (eyeglasses) γυαλιά
glove γάντι
go [v] πηγαίνω, πάω
goat κατσίκα
god θεός
gold χρυσός
good [aj] καλό (-λή, -λός)
government κυβέρνηση
gradual [aj] σταδιακό (-κή, -κός)
grain σπυρί
grammar γραμματική
grape σταφύλι
grass γρασίδι
grasshopper, locust ακρίδα, η αγελάδα
grateful, thankful [aj] ευγνώμων
gravity βαρύτητα
gray, grey [aj] γκρίζο (-ζα, -ζος), γκρί
greedy [aj] άπληστο (-τη, -τος)
green [aj] πράσινο (-νη, -νος)
grind [v] τρίβω
group ομάδα
grow [v] μεγαλώνω
guard, monitor [v] παρατηρώ
guess, conjecture [v] μαντεύω
guide, lead [v] οδηγώ
guilty [aj] ένοχο (-χη, -χος)
guitar κιθάρα
gun τουφέκι, όπλο
gymnastics γυμναστική
habit, custom συνήθειο, συνήθεια
hail χαλάζι
hair (a single strand) τρίχα
hair (atop one's head, collectively) μαλλιά
half [aj] μισό (-σή, -σός)
hammer σφυρί
hand χέρι
handle χερούλι
hang, suspend, dangle [v] κρεμάω
happen, occur [v] συμβαίνω
happy [aj] χαρούμενο (-νη, -νος)
hard, firm, resistant to pressure [aj] σκληρό (-ρή, -ρός)
hare λαγός
harmony αρμονία
harness χαλινάρι
harvest, reap [v] θερίζω
hat, cap καπέλο
hate [v] μισώ
have [v] έχω
he [pn] αυτός
head κεφάλι
healthy [aj] υγιές (-ής, -ής)
hear [v] ακούω ακούω
heart καρδιά
heat, warmth ζέστη
heaven, celestial realm ουρανός
heavy [aj] βαρύ (-ριά, -ρύς)
heel φτέρνα
height ύψος
helix έλικας
hell κόλαση
helmet κράνος
help, assist, aid [v] βοηθάω
here [av] εδώ
hesitate [v] διστάζω
hide, conceal [v] κρύβω
hieroglyph ιερογλυφικό
high, tall [aj] ψηλό (-λή, -λός)
hill λόφος
hinder, prevent [v] εμποδίζω, αποτρέπω
hinge μεντεσές
hip γοφός
history ιστορία
hit, strike [v] χτυπάω
hockey χόκεϋ
hold, grasp [v] κρατάω
hole τρύπα
holiday αργία, η ώρα
hollow [aj] τρύπιο (-πια, -πιος)
holy, sacred [aj] ιερό (-ρή, -ρός)
honey μέλι
hook αγκίστρι, το σπίτι
hope [v] ελπίζω
horizontal [aj] οριζόντιο (-ια, -ιος)
horn (animal's bone-like growth) κέρατο
horn (one that makes noise when blown) κόρνα
horse άλογο, το άλογο
hospital νοσοκομείο
hot [aj] καυτό (-τή, -τός)
hotel, inn ξενοδοχείο
hour ώρα
hourglass κλεψύδρα
house, home σπίτι
how [av] πώς
however, though [cj] εντούτοις
huge, enormous, humongous [aj] τεράστιο (-ια, -ιος)
humble [aj] ταπεινό (-νή, -νός)
hundred [num] εκατό
hunt, pursue, chase [v] κυνηγάω
husband σύζυγος
I εγώ
ice πάγος
idea ιδέα
identical [aj] ταυτόσημο (-μη, -μος)
ideogram, glyph ιδεόγραμμα
idiot, idiotic [aj] ηλίθιο (-θια, -θιος)
if [cj] αν
image, icon εικόνα
imagine [v] φαντάζομαι
imitate, mimic [v] μιμούμαι
imperfect (tense) παρατατικός
important [aj] σημαντικό (-κή, -κός)
in front of, ahead of [av] μπροστά από
in, inside of [av] εντός
increase [v] αυξάνω
independent [aj] ανεξάρτητο (-τη, -τος)
indicate, show [v] δείχνω
individual άτομο
information πληροφορία
injure, harm [v] πληγώνω, τραυματίζω
ink μελάνη
inner, internal, interior [aj] εσωτερικό (-κή, -κός)
innocent [aj] αθώο (-ώα, -ώος)
insane, crazy, mad [aj] τρελό (-λή, -λός)
insect έντομο
instead of, rather than [pr] αντί
insult προσβολή
insurance ασφάλιση
intelligent [aj] ευφυές (-υής, -υής)
intend, mean to [v] προτίθεμαι
interest, fascination ενδιαφέρον
interfere [v] παρεμποδίζω, μπλέκομαι
international [aj] διεθνές (-νής, -νής)
interrogative [aj] ερωτηματικό (-κή, -κός)
interval διάστημα
intestine, gut έντερο
invariant, unchanging [aj] αμετάβλητο (-τη, -τος), απαράλλαχτο (-τη, -τος)
invent [v] εφευρίσκω
inverted, upside-down [aj] ανάποδο (-δη, -δος)
invest [v] επενδύω
invite [v] προσκαλώ
iris (of eye) ίριδα
iron σίδερο
irregular, sporadic, intermittent [aj] ακανόνιστο (-τη, -τος), σποραδικό (-κή, -κός)
island νησί
issue, edition έκδοση
it [pn] αυτό
iteration, time, instance φορά
jacket πανωφόρι
jade νεφρίτης
jar, jug βάζο
jealousy, envy ζήλεια
jelly, gel ζελέ
jewel, gem πετράδι
job, employment δουλειά, εργασία
joint (of bones, mechanical parts, etc.) άρθρωση, η τηλεόραση
journey, trip, voyage ταξίδι
judge [v] κρίνω
juice χυμός
jump, leap [v] πηδάω
jury ένορκοι
just, fair, equitable [aj] δίκαιο (-αιη, -αιος), ακριβοδίκαιο (-αιη, -αιος)
keep, retain [v] κρατάω, κατακρατάω
key (for operating lock) κλειδί
kick [v] κλωτσάω
kidney νεφρό
kill [v] σκοτώνω
kind, polite [aj] ευγενικό (-κή, -κός)
kind, sort, type είδος, τύπος
king βασιλιάς
kiss [v] φιλάω
knee γόνατο
knife μαχαίρι
knob χερούλι
know [v] ξέρω, γνωρίζω
knowledge γνώση
label ετικέττα
lack [v] στερούμαι
ladder σκάλα
lake λίμνη
lamb αρνί
lamp λάμπα
language γλώσσα
last, final [aj] τελευταίο (-αία, -αίος)
late, tardy [aj/av] αργό (-γή, -γός)
laugh [v] γελάω
law νόμος
layer στρώμα
lead (metal) μόλυβδος, μολύβι
leaf φύλλο
learn [v] μαθαίνω
least (smallest quantity of) [aj] ελάχιστο (-τη, -τος)
least [av] τουλάχιστον
leather δέρμα
leave, depart [v] φεύγω
left [aj] αριστερό (-ρή, -ρός)
leftover, remnant απομεινάρι, το σπίτι
leg πόδι
lend [v] δανείζω
length μήκος
lens φακός
lentil φακή
less [aj] λιγότερο (-ρη, -ρος)
letter (a message written and mailed) γράμμα
letter, character γράμμα
lettuce μαρούλι
level, even (on the same level) [aj] ισοϋψές (-ψής, -ψής)
lever μοχλός
library βιβλιοθήκη
lie (recline horizontally) [v] κείτομαι
lie (utter a falsehood) [v] ψεύδομαι, λέω ψέμματα
lift [v] ανασηκώνω ορίζω (§1.1.6.5)
light φως
light (of little weight) [aj] ελαφρύ (-ριά, -ρύς)
lightning αστραπή
like, enjoy [v] αρέσω αρέσω, αρέσκομαι αρέσκομαι
like, similar to [av] σαν
limit όριο
line γραμμή
lion λιοντάρι
lip χείλος
liquid υγρό
liquid [aj] υγρό (-ρή, -ρός)
list λίστα
little (a small quantity of) [aj] λίγο (-γη, -γος)
little (to a small degree) [av] λίγο
live [v] ζώ
liver συκώτι
lizard σαύρα
load, burden φορτίο
lobster αστακός
lock κλειδαριά
logic λογική
lonely [aj] μοναχικό (-κή, -κός)
long [aj] μακρύ (-ριά, -ρύς)
loop, closed curve θηλειά, βρόχος
loose, baggy [aj] χαλαρό (-ρή, -ρός)
loose, slack [aj] χαλαρό (-ρή, -ρός)
lose [vt] χάνω
loud [aj] δυνατό (-τή, -τός)
love αγάπη, η αγάπη
love [v] αγαπάω (-ώ) κρατάω (§2.3)
low (not tall; of little height) [aj] χαμηλό (-λή, -λός)
loyal [aj] πιστό (-τή, -τός)
luck, chance τύχη
lump, clod, blob μάζα
lung πνεύμονας
machine μηχανή
magazine περιοδικό
magic, sorcery μαγεία
magnet μαγνήτης
mail [v] ταχυδρομώ
majority πλειοψηφία
make, render [v] κάνω
mammal θηλαστικό
man άντρας, άνδρας, ο άντρας
mandarin, tangerine μανταρίνι
manner, way τρόπος
mantis αλογάκι της Παναγίας, το σπίτι
many (a large number of) [aj] πολλά (-λλές, -λλοί)
map χάρτης
mark σημάδι
market αγορά, η φορά
marriage γάμος
marsh έλος
masculine [aj] αρσενικό (-κή, -κός)
master, lord κύριος
match (little fire-stick) σπίρτο
match (suitable association of things) ταίριασμα
material, substance υλικό
matter ύλη
mature [aj] ώριμο (-μη, -μος)
maybe, perhaps [av] ίσως, μπορεί
meaning νόημα, σημασία
measure [v] μετράω
meat, flesh σάρκα
media μέσα, μίντια
medicine (substance) φάρμακο
meet, encounter (come across) [v] συναντάω
melancholy μελαγχολία
melon πεπόνι
melt [v] λυώνω
member (of group/organization) μέλος
merchandise, goods, wares εμπόρευμα
mercy έλεος
message μήνυμα
metal μέταλλο
method μέθοδος
microscope μικροσκόπιο
middle μέσο, ενδιάμεσο
midnight μεσάνυχτα
military [aj] στρατιωτικό (-κή, -κός)
milk γάλα
mill μύλος
million [num] εκατομμύριο
mind νους
mineral, ore μετάλλευμα
minority μειονότητα
mint μέντα
minute (1/60th of an hour/degree) λεπτό
miracle θαύμα
mirror καθρέφτης
misplace, lose [v] χάνω
mist αχλή
mix, blend [v] ανακατεύω γράφω (§1.3.6),
ανακατώνω ορίζω (§1.1.6.5)
modest [aj] μετριόφρον (-ρων, -ρων)
molecule μόριο
moment, instant στιγμή
money λεφτά, χρήματα
monkey μαϊμού
month μήνας
moon φεγγάρι
more [aj] περισσότερο (-ρη, -ρος)
more [av] πιο
morning πρωί
mosquito κουνούπι
most (the largest quantity of) [aj] μέγιστο (-τη, -τος)
most (to the largest degree) [av] το πιο
mother μητέρα
motor μοτέρ
motorcycle μοτοσυκλέτα, μηχανή
mount (mass of land) όρος
mountain βουνό
mouse ποντίκι
mouth στόμα
move [v] μετακινώ
movie, motion picture έργο
much (a large quantity of) [aj] πολύ (πολλή, πολύς)
much, very [av] πολύ
mud λάσπη
multiply [v] πολλαπλασιάζω
muscle μυς
mushroom μανιτάρι
music μουσική
mustard μουστάρδα
mutual, reciprocal [aj] αμοιβαίο (-αία, -αίος)
mystery μυστήριο
nail (fingernail) νύχι
nail (the tool) καρφί
naked, nude [aj] γυμνό (-νή, -νός)
name όνομα
narrow [aj] στενό (-νή, -νός)
nation έθνος
native [aj] αυτόχθον (-θων, -θων), ιθαγενές (-νής, -νής)
nature (the non-artificial world) φύση
navel ομφαλός, αφαλός
near [aj] κοντινό (-νή, -νός)
near [av] κοντά
near, close to [av] κοντά
necessary, needed, required [aj] απαραίτητο (-τη, -τος)
neck αυχένας
necktie γραβάτα
need, require [v] χρειάζομαι
needle βελόνα
negative [aj] αρνητικό (-κή, -κός)
neglect, negligence αβλεψία, η ώρα
neon νέον
nerve νεύρο
nest, den, lair φωλιά
net δίχτυ
neuter [aj] ουδέτερο (-ρη, -ρος)
never [av] ποτέ
new [aj] νέο (νέα, νέος)
news, tidings νέα
newspaper εφημερίδα
next [aj] επόμενο (-νη, -νος)
nice [aj] ευχάριστο (-τη, -τος)
night νύχτα
nine [num] εννέα
nipple θηλή
nitrogen άζωτο, το άλογο
no όχι
node κόμβος
noise θόρυβος, φασαρία
noon μεσημέρι
normal, ordinary [aj] κανονικό (-κή, -κός)
north βορράς
nose μύτη
not [av] δεν
note, annotation σημείωση, σχόλιο
notice, observe [v] παρατηρώ
novel, original (non-imitative) [aj] πρωτότυπο (-πη, -πος)
now [av] τώρα
number αριθμός, ο καιρός
nut (hard-shelled fruit/seed) ξηρός καρπός
oak βαλανιδιά
oat βρόμη
obese [aj] υπέρβαρο (-ρη, -ρος)
obey [v] υπακούω
object αντικείμενο, το άλογο
obscure [aj] συγκεχυμένο (-νη, -νος)
ocean ωκεανός
odor οσμή
of [pr] [expressed in Greek through the genitive case]
offer προσφορά
offer [v] προσφέρω
official [aj] επίσημο (-μη, -μος)
oil (crude), petroleum πετρέλαιο
oil (extracted from living plants) λάδι
old (existing for a long time) [aj] παλιό (-ιά, -ιός)
old (having lived for a long time) [aj] γέρικο (-κη/-κια, -κος)
old man γέρος
old woman γριά
olive ελιά
on [pr,av] επί, πάνω
one [num] ένα
onion κρεμμύδι
only, solely [av] μόνο
open [v] ανοίγω ανοίγω
open [aj] ανοιχτό (-τή, -τός)
opening άνοιγμα, το πρόβλημα
opinion γνώμη
or [cj] ή
orange (the color) [aj] πορτοκαλί
orange (tree/fruit) πορτοκάλι
order τάξη, σειρά
organ όργανο
organize, organise [v] οργανώνω
orifice στόμιο
ornament, decoration στολίδι
other, another [aj/pn] άλλο (άλλη, άλλος)
outer, exterior, external [aj] εξωτερικό (-κή, -κός)
outside of, exterior to [av] εκτός
oval οβάλ
oven φούρνος
own, possess [v] κατέχω, έχω στην κατοχή μου
oxygen οξυγόνο
package, packet, parcel δέμα, πακέτο
paddle, oar κουπί
page σελίδα
pain πόνος
paint μπογιά
palm (of hand) παλάμη
pan τηγάνι
pants, trousers παντελόνι
paper χαρτί
paradise παράδεισος
parallel [aj] παράλληλο (-λη, -λος)
parent γονέας
park πάρκο
parliament, congress βουλή
part μέρος
party (political) κόμμα
passive (voice) παθητική
past (not present or future) παρελθόν
past (tense) αόριστος, ο άνθρωπος
pasta, noodles ζυμαρικά
paste ζύμη
patch μπάλωμα
patience υπομονή
pattern σχέδιο, μοτίβο
pause, suspend [v] αναστέλλω στέλνω/στέλλω
pay [v] πληρώνω
pea μπιζέλι
peace ειρήνη
peanut φυστίκι
pedal πηδάλιο
pen στυλό
pencil μολύβι
people (a people), folk λαός, κόσμος
pepper (hot/sweet/bell pepper) πιπεριά
pepper (spice) πιπέρι
per (time) [pr,av] ανά, τη φορά
perceive [v] αντιλαμβάνομαι
perfect (tense) παρακείμενος
perform [v] επιτελώ, εκτελώ
period περίοδος
periodic [aj] περιοδικό (-κή, -κός)
permanent, perpetual [aj] μόνιμο (-μη, -μος)
permit, allow, let [v] επιτρέπω, αφήνω
person, human being άνθρωπος, ο άνθρωπος
piano πιάνο
picture, photograph φωτογραφία
piece κομμάτι
pig γουρούνι
pile, heap σωρός
pillow, cushion μαξιλάρι
pine πεύκο
pipe, tube σωλήνας
pity, feel compassion [v] συμπαθώ, λυπάμαι
pizza πίτσα
place [v] τοποθετώ
place, location τόπος, τοποθεσία
plan, design σχέδιο
plane (flat surface) επίπεδο
planet πλανήτης
plant φυτό
plastic πλαστικό, νάυλον
plate πιάτο
play (musical instrument) [v] παίζω
play, drama έργο, θέατρο
play, recreate, frolic [v] παίζω
pleasure ευχαρίστηση
plow (plough) αλέτρι, το σπίτι
plug, seal, stopper βούλωμα
plum δαμάσκηνο
plus [cj] συν
pocket τσέπη
pod (seed pod) περικάρπιο
poem ποίημα
poison, toxin δηλητήριο
polarity πολικότητα
pole, stick βέργα
police αστυνομία
politics πολιτική
pollute, contaminate [v] μολύνω
pool, billiards μπιλιάρδο
poor, impoverished [aj] φτωχό (-χή/-χιά, -χός)
port λιμάνι
position θέση
positive [aj] θετικό (-κή, κός)
possessive [aj] κτητικό (-κή, -κός)
possible [aj] δυνατό (-τή, -τός)
possibly [av] πιθανώς
post (pole anchored in ground) στύλος
postpone [v] αναβάλλω υποβάλλω (βάλλω)
pot κατσαρόλα
potassium κάλιο
potato πατάτα
pour (cause to flow) [v] χύνω
powder σκόνη
power ισχύς
praise, compliment, laud [v] παινεύω
pray [v] προσεύχομαι
predict [v] προβλέπω
present (not past or future) [aj] παρόν (-ρούσα, -ρών)
present (the now) παρόν
preserve, maintain [v] διατηρώ
president πρόεδρος
press (apply pressure) [v] πιέζω
pretend, act, feign [v] προσποιούμαι
price, cost τιμή, κόστος
pride (state of being proud) περηφάνεια
priest, clergyman παπάς, ιερεύς
prime minister πρωθυπουργός
print [v] τυπώνω
prior, preceding, previous [aj] προηγούμενο (-νη, -νος)
prison, jail φυλακή
private [aj] ιδιωτικό (-κή, -κός)
prize, award βραβείο
probable [aj] πιθανό (-νή, -νός)
process, procedure διαδικασία
profit, gain κέρδος
profound (of intellectual depth) [aj] βαθυστόχαστο (-τη, -τος)
program πρόγραμμα
progress, advancement πρόοδος
prohibit, forbid [v] απαγορεύω ορίζω (§1.1.13, §1.3.6)
project, undertaking έργο, ανάθεση
promise , pledge υπόσχεση
proof απόδειξη, η τηλεόραση
protect [v] προστατεύω
protest, objection διαμαρτυρία
prototype, exemplar, archetype, model αρχέτυπο, μοντέλο
provide, supply, furnish [v] διαθέτω
province, prefecture επαρχία
pry open [v] ανασηκώνω με εργαλείο
public [aj] δημόσιο (-ια, -ιος)
public, populace, the people κοινό, λαός
pull [v] τραβάω
pulley τροχαλία
pump αντλία, η ώρα
punish [v] τιμωρώ
pupil (of eye) κόρη οφθαλμού
pure [aj] αγνό (-νή, -νός)
purple, violet [aj] μωβ, βιολετί
push (press on something) [v] σμπρώχνω, πατάω
put [v] βάζω
pyramid πυραμίδα
quality, trait, attribute, characteristic χαρακτηριστικό
quantity ποσότητα
quartz χαλαζίας
queen βασίλισσα
query επερώτηση
question ερώτηση
quickly, rapidly, swiftly [av] γρήγορα, γοργά
quiet, soft, faint (of little sonic intensity) [aj] σιγανό (-νή, -νός), εξασθενημένο (-νη, νος)
quote, cite [v] μνημονεύω
rabbit κουνέλι
race (group of people) φυλή
racket, racquet ρακέττα
radio (apparatus, wireless set) ραδιόφωνο
rail μπάρα
railroad σιδηρόδρομος
rain βροχή
rainbow ουράνιο τόξο
rake τσουγκράνα
rarefied, tenuous, diffuse, dilute, sparse, wispy [aj] αραιό (-αιή, -αιός)
ratio, proportion λόγος, αναλογία
ray (of light) ακτίνα, η αγελάδα
razor ξυράφι
reach, extend (as far as) [v] φτάνω
read [v] διαβάζω
ready, prepared [aj] έτοιμο (-μη, -μος)
real, actual [aj] πραγματικό (-κή, -κός)
rear, back part of πίσω μέρος
reason, justification, rationale λόγος, αιτία
reasoning, rational thought συλλογισμός
receipt απόδειξη, η τηλεόραση
receive [v] λαμβάνω
recent [aj] πρόσφατο (-τη, -τος)
recently [av] πρόσφατα
recognize, recognise [v] αναγνωρίζω ορίζω (§1.1.3)
record (cache of information) αρχείο
record (one of many entries in a file) εγγραφή
rectangle ορθογώνιο
red [aj] κόκκινο (-νη, -νος)
refreshed [aj] αναζωογονημένο (-νη, -νος)
region, area περιοχή
regret [v] μετανοιώνω
regular [aj] κανονικό (-κή, -κός)
regulation κανονισμός
reject, refuse [v] απορρίπτω γράφω (§1.3.3)
relationship σχέση
release [v] αφήνω
religion θρησκεία
rely on [v] βασίζομαι
remain, stay [v] μένω, παραμένω
remember [v] θυμάμαι
remove, subtract, take away [v] αφαιρώ
repair, fix [v] διορθώνω, φτιάχνω
repel [v] απωθώ κρατώ (§2.3)
represent, stand for [v] αντιπροσωπεύω ορίζω (§1.1.13), εκπροσωπώ κρατώ
reptile ερπετό
request, ask for [v] ζητώ
reside, dwell, live [v] κατοικώ, διαμένω
resign [v] παραιτούμαι
respect, venerate, esteem [v] σέβομαι
responsibility, liability, accountability υπευθυνότητα
rest of, remainder υπόλοιπο
restrain, inhibit, hold back [v] περιορίζω
result αποτέλεσμα, το πρόβλημα
retrieve, fetch [v] επαναφέρω
return [v] επιστρέφω
reveal, disclose [v] αποκαλύπτω γράφω (§1.3.3)
revelation, mystical vision αποκάλυψη
revenge, vengeance, retribution εκδίκηση
reward [v] επιβραβεύω
rhythm ρυθμός
rice ρύζι
rich, wealthy [aj] πλούσιο (-ια, -ιος)
ride [v] καβαλάω
right (the direction) [aj] δεξιό (-ξιά, -ξιός)
right, correct [aj] σωστό (-τή, -τός)
right, just claim δικαίωμα
ring, torus δακτύλιος
riot ταραχή
ritual, rite, ceremony τελετή, ιεροτελεστία
river ποτάμι, ποταμός
road, way δρόμος
rock βράχος
rocket πύραυλος
role ρόλος
roll [v] κυλάω
roof στέγη
room δωμάτιο
root ρίζα
rope σχοινί
rose τριαντάφυλλο
rosebush τριανταφυλλιά
rot, decay [v] σαπίζω
rough, coarse [aj] αδρύ (-ρεία, -ρύς)
route, path, course πορεία
rub, abrade [v] τρίβω, ξύνω
rubber ελαστικό
rug, mat πατάκι, κιλίμι
rule κανόνας
run [v] τρέχω
rural [aj] επαρχιακό (-κή, -κός), αγροτικό (-κή, -κός)
rush, hurry, hasten [v] βιάζομαι
rust σκουριά
sack σάκος
sad, unhappy, melancholy [aj] λυπημένο (-νη, -νος)
sadness λύπη, στεναχώρια
safety, security ασφάλεια
sail ιστίο
salad σαλάτα
salt αλάτι, το σπίτι
same [aj] ίδιο (ίδια, ίδιος)
sand άμμος, η λεωφόρος
sandwich σάντουϊτς
satellite δορυφόρος
satisfaction ικανοποίηση
sausage λουκάνικο
save, rescue [v] σώζω
saw πριόνι
say, tell [v] λέω, αναφέρω
scales ζυγαριά
school σχολείο
science επιστήμη
scissors ψαλίδι
score σκορ
scratch γρατζουνιά
screen, mesh σίτα
screw βίδα
sea θάλασσα
season εποχή
second (1/60th of a minute) δευτερόλεπτο
secret [aj] μυστικό (-κή, -κός)
sect (religious) οργάνωση
section, segment τμήμα, τομέας
see [v] βλέπω
seed σπόρος
seek, search for, look for [v] αναζητάω (-ώ) κρατάω, ψάχνω ανοίγω (§1.2.4)
seem, appear to be [v] φαίνομαι, μοιάζω
seldom, rarely [av] σπάνια
sell [v] πουλάω
send, dispatch, transmit [v] στέλνω
sense αίσθηση, η τηλεόραση
sentence (of words) πρόταση
sequence ακολουθία, η ώρα
series σειρά
serious, earnest, grave [aj] σοβαρό (-ρή, -ρός)
serpent όφις
serpentine, meandering, convoluted [aj] ελισσόμενο (-νη, -νος)
serve [v] υπηρετώ
sesame σουσάμι
set σύνολο
seven [num] επτά
sew [v] ράβω
sex φύλο, σεξ
shadow, shade σκιά, ίσκιος
shake [v] κουνάω
shallow [aj] ρηχό (-χή, -χός)
shame ντροπή
sharp, keen, pointy, acute [aj] οξύ (οξεία, οξύς)
shave [v] ξυρίζω
she [pn] αυτή
sheath θήκη
sheep πρόβατο
sheet (of cloth, covering a bed) σεντόνι
sheet (of paper, etc., but not cloth) φύλλο
shelf ράφι
shell κέλυφος
shelter, refuge καταφύγιο
shield ασπίδα
shine [v] λάμπω
ship πλοίο, καράβι, βαπόρι
shirt πουκάμισο
shoe παπούτσι
shoot [v] εξφενδονίζω
shore ακτή
short (of little duration), brief [aj] σύντομο (-μη, -μος)
short (of little length) [aj] κοντό (-ντή, -ντός)
shorts, trunks κοντό παντελόνι
should, ought to [aux] θα έπρεπε, θάπρεπε
shoulder ώμος
shovel φτυάρι
shower ντους, ντουζ
shrink, contract [v] συστέλλομαι, μαζεύω
sickness αρρώστεια
side, flank, lateral area πλευρά
sign σήμα
silent [aj] σιωπηλό (-λή, -λός)
silk μετάξι
silver ασήμι
similar [aj] παρόμοιο (-οια, -οιος), όμοιο (-οια, -οιος)
simple [aj] απλό (-λή, -λός)
sing [v] τραγουδάω
sink [v] βυθίζω
sister αδελφή, αδερφή, η ψυχή
sit [v] κάθομαι
six [num] έξι
size μέγεθος
skeleton σκελετός
ski σκι
skin δέρμα
skirt φούστα
sky ουρανός
slanted [aj] λοξό (-ξή, -ξός)
slave σκλάβα, σκλάβος
sleep [v] κοιμάμαι
slide, slip, glide [v] γλιστράω
sloped, inclined, declined (not horizontal) [aj] πλάγιο (-για, -γιος), επικλινές (-νής, -νής)
slowly [av] σιγά, αργά
small [aj] μικρό (-ρή, -ρός)
smell μυρωδιά
smile [v] χαμογελάω
smoke καπνός
smooth [aj] λείο (λεία, λείος)
snake φίδι
sneak [v] κινούμαι κρυφά
sneeze [v] φταρνίζομαι
snow χιόνι
snug, tight [aj] εφαρμοστό (-τή, -τός)
soap σαπούνι
soccer ποδόσφαιρο
sock κάλτσα
sodium νάτριο
soft, malleable [aj] μαλακό (-κιά, -κός)
soil χώμα
soldier στρατιώτης
solid στερεό
solid [aj] στερεό (-ρεή/-ρεά, -ρεός)
solid [aj] στερεό (-ρεή/-ρεά, -ρεός)
son γιός
soon [av] σύντομα
soul, psyche ψυχή
sound ήχος
soup σούπα
sour [aj] ξυνό (-νή, -νός)
source, origin πηγή, προέλευση
south νότος
soya, soybean σόγια
space (the one with three dimensions) χώρος
space (the outer space) διάστημα
speak, talk [v] μιλάω
spear, lance σπηρούνι
special [aj] ειδικό (-κή, -κός)
species είδος (έμβιου όντος)
specific, particular [aj] ιδιαίτερο (-ρη, -ρος)
speech, talk λόγος, ομιλία
speed, velocity ταχύτητα
sphere σφαίρα
spice, seasoning μπαχαρικό
spider αράχνη, η αγάπη
spill (drop liquid) [v] χύνω
spill (drop particles) [v] σκορπίζω
spinach σπανάκι
spine, backbone ραχοκοκκαλιά, σπονδυλική στήλη
spiral, whorl σπείρα
spirit πνεύμα
spit [v] φτύνω
sponge σφουγγάρι
spool, reel καρούλι
spoon κουτάλι
spread, lay [v] απλώνω ορίζω (§1.1.6.5)
spring (metal helix) ελατήριο
spring (the season) άνοιξη, η τηλεόραση
spring (source of water) πηγή
sprout βλαστός
square τετράγωνο
squat [v] κάθομαι στις φτέρνες
squirrel σκίουρος
stab, jab [v] μαχαιρώνω
stair, stairs σκάλα
stand [v] στέκομαι
staple συνδετήρας
star αστέρι, άστρο
state (political entity) πολιτεία
station, depot σταθμός
steal [v] κλέβω
steam ατμός
steel ατσάλι
stiff, rigid [aj] άκαμπτο (-τη, -τος)
still, yet [av] ακόμα, ακόμη
stingy [aj] τσιγκούνης, σπαγγορραμένος
stir, agitate [v] εξάπτω, αναμοχλεύω
stocking, hose καλσόν
stomach στομάχι
stone πέτρα
store, cache, reserve, reservoir απόθεμα, το πρόβλημα
store, shop κατάστημα, μαγαζί
storm καταιγίδα
story, report διήγημα, διήγηση, αφήγηση
straight [aj] ίσιο (ίσια, ίσιος)
strange, weird, unusual, peculiar [aj] παράξενο (-νη, -νος), περίεργο (-γη, -γος)
strap λουρί
street οδός
strength (ability to exert physical power) δύναμη
stress, anxiety άγχος, το τέλος
stretch, extend [v] τεντώνω
strike (work stoppage as protest) απεργία, η ώρα
string κορδόνι, σπάγγος
stripe λωρίδα
stroke, jolt, blow [of force] χτύπημα
study [v] μελετάω
stupid [aj] βλάκας
stylus γραφίδα
subject, topic θέμα, αντικείμενο
submission, surrender παράδοση
substitute, surrogate [aj] αντικαταστάτρια (-τάτης)
substitution, replacement αντικατάσταση, η τηλεόραση
succeed [v] πετυχαίνω, επιτυγχάνω
suck [v] ρουφάω
sudden [aj] ξαφνικό (-κή, -κός)
sugar ζάχαρη
suggest, propose [v] προτείνω
suitable, proper, fit, fitting, appropriate [aj] κατάλληλο (-λη, -λος)
sulfur θειάφι
summer καλοκαίρι
sun ήλιος
sunflower ηλιοτρόπιο
support [v] υποστηρίζω
support oneself [v] ακουμπάω (-ώ) κρατάω (§2.3)
suppose, presume [v] υποθέτω
surface επιφάνεια
surprise, startle [v] ξαφνιάζω
swallow [v] καταπίνω
swamp βάλτος
sweat, perspiration ιδρώτας
sweep [v] σκουπίζω
sweet [aj] γλυκό (-κιά, -κός)
swelling, inflation πρήξιμο, φούσκωμα
swim [v] κολυμπάω
swine χοίρος
sword σπαθί
syllable συλλαβή
symbol, sign, token σύμβολο
syringe σύριγγα
system σύστημα
table (the furniture) τραπέζι
tail ουρά
take [v] παίρνω
talent, skill, knack ταλέντο, προσόν, δεξιοτεχνία
tapered [aj] αιχμηρό (-ρή, -ρός)
tar πίσσα
task, chore, assignment έργο, αποστολή
taste γεύση
taste [v] γεύομαι
taut, tight, tense, strained [aj] σφιχτό (-τή, -τός)
tavern ταβέρνα
tax φόρος
tea τσάι
teach [v] διδάσκω
team, crew, squad ομάδα
tear (drop) δάκρυ
tear, rip [v] σκίζω
technique τεχνική
technology τεχνολογία
telephone, phone τηλέφωνο
telescope τηλεσκόπιο
television τηλεόραση
temperature θερμοκρασία
temporary, transient, ephemeral [aj] προσωρινό (-νή, -νός), εφήμερο (-ρη, -ρος)
tempt [v] δελεάζω
temptation πειρασμός, δέλεαρ
ten [num] δέκα
tendency, propensity, inclination τάση, κλίση
tennis τέννις
test, check [v] ελέγχω
than [pr/cj] από
thank [v] ευχαριστώ
that (complementizer) [cj] οτι
that (demonstrative) [aj/pn] εκείνο (-νη, -νος)
the [det] ο (masc.), η (fem.) το (neut.)
theater, theatre θέατρο
theory θεωρία
there [av] εκεί
thick, fat [aj] παχύ (-χιά, χύς)
thickness (of a solid) πάχος
thin (of little viscosity) [aj] λεπτόρρευστο (-τη, -τος)
thin, slender [aj] λεπτό (-τή, -τός), ψιλό (-λή, -λός)
think, ponder [v] σκέφτομαι
this [av,pn] αυτό (-τή, -τός)
thorn αγκάθι, το σπίτι
thought σκέψη
thousand [num] χίλια
thread, filament κλωστή
three [num] τρία
throat λαιμός
through [pr] διά
throw, toss [v] πετάω
thumb αντίχειρας, ο ελέφαντας
thunder βροντή
ticket εισιτήριο
tide παλίρροια
tie, bind [v] δένω
tiger (Felis tigris) τίγρη, τίγρης
time (the 4th universal dimension) χρόνος
timely, prompt, [on] time [av/aj] έγκαιρο (-ρη, -ρος)
tin (metal) κασσίτερος
tiny, minuscule [aj] μικροσκοπικό (-κή, -κός), μικρούτσικο (-κη, -κος)
tired, weary [aj] κουρασμένο (-νη, -νος)
to, towards, toward [pr] προς
tobacco καπνός
today [av] σήμερα
toe δάχτυλο
together [av] μαζί
toilet, water closet τουαλέττα
tomato ντομάτα
tomorrow [av] αύριο
tone, pitch τόνος
tongs λαβίδα, πένσα
tongue (body-part) γλώσσα
too little, insufficiently [av] ανεπαρκώς, όχι αρκετά
too much, excessively [av] υπέρ, υπέρ το δέον
tool εργαλείο
tooth δόντι
top, peak, summit κορυφή, κορφή
tornado τυφώνας
torture, torment [v] βασανίζω
total, sum, aggregate σύνολο
touch [v] ακουμπάω (-ώ) κρατάω (§2.3)
towel πετσέτα
tower πύργος
toy παιχνίδι
train τρένο
translocate [v] μεταθέτω
trap παγίδα
tray δίσκος
tree δέντρο
trial (in court) δίκη
triangle τρίγωνο
trick, chicanery κόλπο, τρικ
trim, prune [v] ψαλιδίζω
truck, lorry φορτηγό
true [aj] αληθινό (-νή, -νός)
trust [v] εμπιστεύομαι
try, attempt, endeavor [v] δοκιμάζω, επιχειρώ
turkey (the bird) γαλοπούλα
turn, divert [v] εκτρέπω
turn, rotate, revolve [v] γυρίζω, γυρνάω
turtle χελώνα
twilight (after sunset) λυκόφως
twilight (before sunrise) λυκαυγές
two [num] δύο, δυο
ugly [aj] άσχημο (-μη, -μος)
umbrella ομπρέλλα
umpire, referee, official διαιτητής
under κάτω από
underneath, below, beneath [av] από κάτω
understand, comprehend [v] καταλαβαίνω
uniform φόρμα
unite [v] ενώνω
universe σύμπαν
university πανεπιστήμιο
up [av] πάνω, άνω
use, utilize, utilise [v] χρησιμοποιώ
usual [aj] συνηθισμένο (-νη, -νος)
vacuum κενό
valley κοιλάδα
value, worth αξία, η ώρα
valve βαλβίδα
vary [v] μεταβάλλω
vehicle όχημα
veil πέπλο
vein φλέβα
vertical [aj] κατακόρυφο (-φη, -φος)
view θέα
village χωριό
vinegar ξύδι
violence, force (unwillingly applied power) βία
violent [aj] βίαιο (-αιη, -αιος)
virus ιός
viscous, thick [aj] παχύρρευστο (-τη, -τος)
visit [v] επισκέπτομαι
vocabulary λεξιλόγιο
vogue, trend, fad, fashion μόδα
voice φωνή
volcano ηφαίστειο
vomit [v] ξερνάω
vote [v] ψηφίζω
vowel φωνήεν
wagon βαγόνι
waist μέση
wait (for), await [v] περιμένω
walk [v] περπατάω
wall τοίχος
want [v] θέλω
war πόλεμος
warm [aj] ζεστό (-τή, -τός)
warn [v] προειδοποιώ
wash [v] πλένω
waste, misuse [v] αχρηστεύω
water νερό
watermelon καρπούζι
wave κύμα
wax κερί
weapon όπλο
weather καιρός
weave [v] υφαίνω
wedge σφήνα
week εβδομάδα
weight βάρος
west δύση
wet [aj] υγρό (-ρή, -ρός)
whale φάλαινα
wheat σιτάρι, στάρι
wheel τροχός
when (interrogative) [av] πότε
where (interrogative) [av] πού
whim, caprice καπρίτσιο
whistle [v] σφυρίζω
white [aj] άσπρο (-ρη, -ρος), λευκό (-κή, -κός)
whole, entire, complete [aj] ολόκληρο (-ρη, -ρος)
why (interrogative) [av] γιατί
wide, broad (of space between objects) [aj] πλατύ (-τιά, -τύς), φαρδύ (-διά, δύς)
width πλάτος, φάρδος
wife σύζυγος
wild, feral, untamed [aj] άγριο (-ια, -ιος)
wind άνεμος, ο άνθρωπος
window παράθυρο
wine κρασί
wing (of bird) φτερούγα
winter χειμώνας
wire σύρμα
wisdom σοφία
wise [aj] σοφό (-φή, -φός)
wish, desire [v] επιθυμώ
with (accompanied by) [av] με
without, lacking [av] χωρίς
wolf λύκος
woman γυναίκα
wood (the substance) ξύλο
wool μαλλί
word λέξη
work, effort, labor, toil εργασία, δουλειά
world κόσμος
worm σκουλήκι
worry ανησυχία, η ώρα
wound πληγή
wrap [v] τυλίγω
wrestle [v] παλεύω
wrinkle, crease ρυτίδα
wrist καρπός
write [v] γράφω
wrong, incorrect [aj] λανθασμένο (-νη, -νος)
year έτος, χρόνος
yellow [aj] κίτρινο (-νη, -νος)
yes ναι
yesterday [av] χθες
you εσύ
young (of little age; having existed/lived for a brief time) [aj] νεαρό (-ρή, -ρός)
zeal ζήλος
zero [num] μηδέν


How to type in Greek On PCs:

If Greek is not among them, click on the Add button and select Greek. You can also decide which key combination switches between input languages on your keyboard (Left Alt + Shift by default), and whether an indicator of the current language is shown on the bottom-right of your screen (on the taskbar). (It is a good idea to have that option checked.) Once you accept these settings you can switch to Greek by hitting the key-combination you selected in the previous dialog (e.g., left Alt+Shift). (Note: in Internet Explorer you have to select the input language after you bring up the "Find in page" dialog.) While typing in Greek, you can produce the accented (stressed) vowels by hitting the semicolon (;) before the vowel you want to show accented. The diaeresis is produced by hitting the colon (:) before iota or upsilon. The iota or upsilon with accent and diaeresis are produced by the capital W followed by the iota or upsilon, respectively. The final sigma is produced by the lowercase w, while q and shift-Q produce the semicolon and colon, respectively.

Back to the "main" Greek language page